Category Archives: Family stories

Ο πιο καλός θεός

2014-04-02

http://www.jesusandmo.net/2014/04/02/later/

Όσοι δεν έχουν παιδιά ΝΟΜΙΖΟΥΝ πως ξέρουν

Αφιερωμένο σε όλους τους γονείς.

Ο τύπος περιγράφει με τρομακτική λεπτομέρεια τη ζωή μου με τα παιδιά μου. Θα αρχίσω να πιστεύω πως  έχει βάλει κοριό στο σπίτι μου.

Γράμμα στα παιδιά μου

Γιώργο και Αναστασία,

Σήμερα που γράφω αυτές τις γραμμές είστε μικρά ακόμα, δεν έχετε μάθει να διαβάζετε αλλά δεν έχει σημασία. Αν όλα πάνε καλά αυτό το γράμμα δεν θα το δείτε ποτέ και θα συνεχίζουμε να παίζουμε μαζί μέχρι είτε να γεράσω τόσο ώστε να μη μπορώ να παίξω άλλο, είτε να με βαρεθείτε και να μου πείτε “φεύγα ρε πατέρα και πήγαινε σε ένα ίδρυμα” οπότε και θα ανέβω στη μηχανή μου και θα σας χαιρετήσω.

Αλλά επειδή η ζωή είναι απρόβλεπτη και δεν ξέρεις τι ξημερώνει αύριο, και επειδή, όπως λέει και η μητέρα σας, με το να μετακινούμαι με τη μηχανή παίρνω περισσότερα ρίσκα από τους υπόλοιπους που κινούνται καθισμένοι μέσα στα κλουβιά τους βασανιστικά αργά αλλά με μεγαλύτερη ασφάλεια, σκέφτηκα να γράψω αυτό το γράμμα.

Ίσως να είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου που δεν είμαι σίγουρος τί θέλω να πω. Όλοι, όσοι θέλουν να με κατηγορήσουν, μου λένε πως δεν σταματώ να μιλώ ή να γράφω. Ε, να λοιπόν που σήμερα έχω το αντίθετο πρόβλημα, δεν ξέρω τί να γράψω.

Ίσως όχι ακριβώς τί να γράψω αλλά με ποιό τρόπο να δομήσω αυτό το κείμενο. Δεν μπορώ να φτιάξω μια σειρά από συμβουλές. Κατ’ αρχήν θα είναι βαρετό να το διαβάσετε και δεύτερον θα είναι σαν να φτιάχνω ένα manual για τη ζωή, και ποιός είμαι εγώ να το κάνω αυτό. Ζω μονάχα 41 χρόνια, τί ξέρω από ζωή;

Οπότε τί μπορώ να γράψω;

Τελικά ίσως μπορώ να γράψω μόνο αυτό το οποίο θεωρώ εγώ σημαντικό στη ζωή μου, αυτό που ακολουθώ και ελπίζω, αν συμφωνήσετε μαζί μου όταν θα είστε πλέον αρκετά μεγάλα για να πάρετε τέτοιες αποφάσεις μόνα σας, να το ακολουθήσετε και εσείς.

Στη ζωή σας θα βρείτε πολλές λίστες από κανόνες και οδηγίες, αλλά αυτές που δίνονται πιο συχνά και με μεγαλύτερη βαρύτητα είναι οι θρησκευτικές εντολές. Δεν θα τις παραθέσω, θεωρώ πως μέχρι τώρα τις ξέρετε αρκετά καλά. Αλλά όπως πρέπει να είναι ξεκάθαρο διαβάζοντας αυτό το blog, η άποψή μου για τις θρησκείες είναι η χείριστη. Συνεπώς είμαι της γνώμης πως αυτές οι εντολές είναι άχρηστες και έχω για εσάς άλλες εντολές τις οποίες θα βρείτε παρακάτω:

  • Μην κάνεις στους άλλους αυτό που δεν θα ήθελες να σου κάνουν.
  • Σε όλα όσα κάνεις, να προσπαθείς να μην προκαλείς κακό.
  • Να συμπεριφέρεσαι στους συνανθρώπους σου, στα ζωντανά πλάσματα που έχεις γύρω σου, και στον κόσμο γενικά, με αγάπη, ειλικρίνεια και σεβασμό.
  • Μην αγνοείς το κακό και μην αποφεύγεις να αποδώσεις δικαιοσύνη, αλλά πάντα να είσαι έτοιμος να συγχωρέσεις τα λάθη για τα οποία υπάρχει ειλικρίνεια και μεταμέλεια.
  • Να ζεις τη ζωή με αίσθηση χαράς και θαυμασμού.
  • Πάντα να προσπαθείς να μαθαίνεις κάτι νέο.
  • Να ελέγχεις τα πάντα. Να ελέγχεις τις ιδέες σου με τα δεδομένα που υπάρχουν και να είσαι έτοιμος να αλλάξεις ακόμα και τα πιο πολύτιμα πιστεύω σου αν δεν συμφωνούν με αυτά τα δεδομένα.
  • Ποτέ μην αποκόψεις τον εαυτό σου από τη διαφωνία. Πάντα να σέβεσαι το δικαίωμα των άλλων να διαφωνήσουν μαζί σου.
  • Να δημιουργείς τις δικές σου απόψεις και γνώμες βασιζόμενος στη δική σου λογική και εμπειρία. Μην επιτρέψεις τους άλλους να σε οδηγούν τυφλά.
  • Να μην κρίνεις τους ανθρώπους με βάση το φύλο, το χρώμα ή τις σεξουαλικές προτιμήσεις.
  • Να αμφισβητείς τα πάντα.

Οι παραπάνω δεν είναι βέβαια εντολές, δεν θα μπορούσα να δώσω τέτοιες μιας και είστε πλέον μεγάλοι και παίρνετε αποφάσεις μόνοι σας. Δείτε τα σαν προτάσεις και αποφασίστε τί θέλετε να κάνετε. Να θυμάστε πως η πιο σημαντική από τις παραπάνω προτάσεις είναι η τελευταία και συνεπώς πρώτα από όλα θα πρέπει να αμφισβητήσετε ολόκληρη την παραπάνω λίστα και μόνο αφού χρησιμοποιήσετε το μυαλό σας, σκεφτείτε λογικά και ακούσετε τα επιχειρήματά μου, μόνο αν συμφωνείτε μαζί μου, τότε να ακολουθήσετε τις προτάσεις μου.

Αν θέλετε τη γνώμη μου, και υποθέτω πως τη θέλετε για να έχετε φτάσει σε αυτό το σημείο του γράμματος, οι παραπάνω προτάσεις περιλαμβάνουν όλα όσα είναι σημαντικά. Δεν είναι δικές μου, μη με παρεξηγήσετε, ο μπαμπάς δεν είναι σοφός, παίζει ακόμα Xbox και θεωρεί πως τα προς το ζην είναι τσιπς και Pepsi, αυτό κάτι θα πρέπει να λέει για το μυαλό που κουβαλάω (η μαμά σας έχει άποψη, αλλά ίσως είναι καλύτερο να μη ρωτήσετε)! Τις έχουν γράψει άλλοι εξυπνότεροι από εμένα, κάτι που δεν είναι δύσκολο να γίνει και εγώ απλώς τις αντέγραψα γιατί συμφωνώ. Αν ακολουθήσετε αυτές τις προτάσεις τότε θα έχετε κάνει όλα όσα θεωρώ πραγματικά σημαντικά στη ζωή.

Θα καλλιεργήσετε το μυαλό σας, το πιο σημαντικό όργανο του σώματος (και μην ακούω ρομαντισμούς για καρδιές, νεφρά και στομάχια), θα μάθετε να το χρησιμοποιείτε σωστά και με αυτό να αξιολογείτε τα πάντα σε αυτή τη ζωή. Πολλοί θα βρεθούν να σας πουν πως έχουν ΤΗΝ απάντηση, πως έχουν ΤΗΝ λύση. Αν το μυαλό σας είναι έτοιμο και ακονισμένο δεν θα πέσετε σε καμία παγίδα και να είστε σίγουροι πως πολλές θα στηθούν στο διάβα σας.

Να διαβάζετε λοιπόν, να μαθαίνετε και να αμφισβητείτε. Να δέχεστε μόνο αυτά που συνοδεύονται από λογικά επιχειρήματα και τα υπόλοιπα να τα βάζετε στην άκρη μέχρι κάποιος να σας δώσει τις σωστές αποδείξεις για να τα δεχθείτε.

Αυτό που είναι σημαντικό  με τις αποφάσεις και τις κινήσεις σας κατά τη διάρκεια της ζωή σας είναι, όχι μόνο να μη δημιουργείτε προβλήματα στους συνανθρώπους σας, αλλά να προσπαθείτε να τα μειώσετε.  Για να γίνει αυτό δεν χρειάζονται εντυπωσιακές κινήσεις, λίγες και μικρές φτάνουν. Για παράδειγμα, όταν πάτε κάπου με το αυτοκίνητο, μη παρκάρετε με τέτοιο τρόπο ώστε να κλείσετε το δρόμο αρκεί να κάνετε τη δική σας δουλειά. Κάντε την επιπλέον προσπάθεια και βάλτε το αλλού, έστω και πιο μακριά. Παράδειγμα είναι αυτό, μη κολλήσετε εδώ. Μικρές κινήσεις σαν αυτές θα βρείτε δεκάδες στη καθημερινότητά σας και λίγη προσοχή προσφέρει περισσότερα από όσα νομίζετε.

Τέλος, φροντίστε να είστε πάντα χαρούμενα, με ένα χαμόγελο στο στόμα, ότι και αν σας έχει συμβεί. Μπορεί να ακούγεται χαζό αλλά με τα νεύρα και τη μελαγχολία δεν λύθηκε ποτέ κανένα πρόβλημα.

Η ζωή είναι πολύ σύντομη, όπως δείχνει και αυτό το γράμμα. Από τη στιγμή που έχουμε την τύχη να τη ζήσουμε πρέπει και να την ευχαριστηθούμε και για να γίνει αυτό δεν χρειάζονται οπωσδήποτε τα υλικά αγαθά, αν και βοηθάνε αρκετά και δεν προτείνω να τα απαρνηθείτε. Ο κόσμος γύρω μας είναι γεμάτος από θαυμαστά πράγματα. Η φύση είναι ανεξάντλητη και μοναδική στο να μας εκπλήσσει συνέχεια. Αυτό από μόνο του είναι αρκετό, αλλά αν προσθέσουμε και μερικούς, λίγους αγαπημένους ανθρώπους σε αυτό το μίγμα, τότε έχουμε αυτό που εγώ πιστεύω πως είναι η τελειότητα.

Θα κλείσω περιγράφοντας αυτό που εγώ θεωρώ το μεγαλύτερο θαύμα σε αυτό το κόσμο, το γεγονός πως όλοι μας είμαστε φτιαγμένοι από αστερόσκονη. Όταν καταλάβετε αυτό που γράφω τότε θα δείτε και το μεγαλείο του σύμπαντος αλλά και την ασημαντότητα των πράξεών μας. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να σας οδηγήσει σε εγκατάλειψη ή έλλειψη προσπάθειας. Αν νιώσετε πολύ μικροί για να κάνετε τη διαφορά τότε κάνετε λάθος. Ένα χαμόγελο να προσφέρετε σε κάποιον άλλο άνθρωπο είναι μεγαλύτερο δώρο από ότι μπορείτε να φανταστείτε.

Δεν θα χρειαστείτε πολύ περισσότερα στη ζωή. Κάθε βήμα θα είναι δικό σας, οι λανθασμένες και οι σωστές επιλογές θα ορίσουν τη ζωή σας. Μη φοβηθείτε. Προχωρήστε και δεν θα είστε μόνα σας.

Βόλος – Πήλιο – Βόλος, μια καταπληκτική διαδρομή για τρέξιμο!

Εδώ και μέρες η γυναίκα μου με πιλατεύει: Πάμε να φύγουμε για λίγες μέρες, πάμε κάπου να αλλάξουμε παραστάσεις.

“Πού να πάμε” έλεγα, ” τα ξενοδοχεία θέλουν λεφτά” και αυτό βέβαια είναι αλήθεια γιατί εγώ δεν λέω ποτέ ψέματα και αυτό είναι η αλήθεια. Τότε η γυναίκα μου, αφού συμφώνησε μαζί μου, όπως οφείλει να κάνει κάθε σύζυγος, σκέφτηκε μήπως θέλαμε να επισκεφτούμε τη ξαδέρφη της στο Βόλο. Η Σοφία και ο Διαμαντής μας έχουν μόνιμη ανοιχτή πρόσκληση και όταν τους πήρε τηλέφωνο είπαν αμέσως ναι.

Η Σοφία και ο Διαμαντής είναι εξαιρετικό ζευγάρι. Ευγενικοί, καλοί και έξυπνοι και τα τρία παιδιά τους, που είναι και τα τρία επτά χρονών, είναι γλυκύτατα. Δεν μπορούσα να καταλάβω τί σκεφτόντουσαν όταν μας καλούσαν. Φαίνεται πως δεν ήξεραν το λάθος που έκαναν.

Εγώ είμαι περιπετειώδης τύπος. Τρελαίνομαι να πηγαίνω εκδρομές να ανεβαίνω βουνά, να κατεβαίνω λαγκάδια, αρκεί στην περιπέτεια αυτή να έρθει μαζί μου και ο καναπές μου, το laptop μου, οι Pepsi μου και να έχει room service. Αλλιώς δεν είμαι πολύ θετικός.

Αλλά ήταν προφανές πως η σύζυγος χρειαζόταν την αλλαγή, ήξερα πως τη χρειάζομαι και εγώ και έτσι είπαμε να πάρουμε και τη πεθερά μου μιας και είναι δικοί της συγγενείς και χρειάζεται και αυτή την αλλαγή. Τώρα που το σκέφτομαι αν έκαναν την αλλαγή η σύζυγος και η μητέρα της με τα παιδιά, η δική μου αλλαγή θα συμπεριλάμβανε τον καναπέ, το laptop και πολλά άλλα σπιτικά παιχνίδια. Αλλά έπρεπε να συνοδέψω την οικογένεια και έτσι έκανα. Πήρα και τα πέδιλα του σκι για την περίπτωση που θα πάμε στο χιονοδρομικό και θα έχει καλές συνθήκες (λιακάδα, 0 βαθμούς, άπνοια, το πολύ 50 άτομα ακόμα και από αυτά τα 45 να είναι γυναίκες από 19-19,5 ετών).

Η διαδρομή ήταν όπως τη περίμενα. Τα παιδιά και εγώ ζεσταινόμασταν, η σύζυγος κρύωνε και ήθελε τη θέρμανση. Στη μισή διαδρομή έβρεχε συνέχεια αλλά η πεθερά μου δεν το είπε στην αδερφή της στο τηλέφωνο όταν της ανέφερε πως πάμε “με την ησυχία μας.” Στην άλλη μισή οδήγησε η σύζυγος γιατί εγώ πιάνομαι εύκολα μιας και έχω συνηθίσει στη μηχανή και όχι στο αυτοκίνητο. Η πεθερά μου το αγνόησε αυτό και υπέθεσε λανθασμένα πως είναι θέμα ηλικίας. Αν είναι δυνατόν!

Όταν φτάσαμε μας υποδέχτηκε ο Διαμαντής και η Σοφία με τα τρία παιδιά τους και καθίσαμε να ξεκουραστούμε και να φάμε. Από εκείνη την ώρα ήθελα να πάω για τρέξιμο. Λίγο το πολύ καθισιό στο αυτοκίνητο, λίγο το ότι έχω αγώνα 20χλμ το Μάρτιο και δεν έχω κάνει σοβαρή προπόνηση με οδήγησαν στην απόφαση να φάω μια μακαρονάδα, να περιμένω καμιά ώρα και να φύγω. Μου έδωσαν και μια σοκολάτα και ένιωθα έτοιμος.

“Θα ακολουθήσεις το δρόμο εδώ, μπροστά από το σπίτι, μια ευθεία συνέχεια και θα βγεις σε μια εκκλησία. Αυτή είναι περίπου στα 5χλμ πήγαινε – έλα” μου είπε ο Διαμαντής. Καλή ιδέα γιατί ο Βόλος είναι στους πρόποδες του Πηλίου και γεμάτος ανηφόρες, ενώ η διαδρομή που μου πρότεινε ήταν αρκετά επίπεδη.

Ξεκίνησα λοιπόν στις 5μμ με θερμοκρασία περίπου 14 βαθμούς και μια όμορφη λιακάδα. Νομίζω πως εκτός του σωστού συγχρονισμού του φαγητού σε σχέση με την έναρξη του δρόμου, ένα από αυτά που βοήθησε και το διασκέδασα ήταν το ότι επέλεξα να ακούσω μουσική και όχι το βιβλίο μου. Αν και μου αρέσει πολύ το βιβλίο του Bart Ehrman, νομίζω πως οι Metallica ως πρώτο τραγούδι προσφέρουν ένα “επιπλέον νεύρο” στα πόδια.

Όλα καλά μέχρι το πρώτο χιλιόμετρο, ο Διαμαντής είχε δίκιο, λίγα αυτοκίνητα, λίγοι άνθρωποι, πολλά δέντρα. Αλλά που μου είπε να πάω; Αριστερά ή δεξιά στο ρέμα; Πάω δεξιά και βγαίνω στον περιφερειακό του Βόλου. Ααααα, όχι εδώ, φασαρία, αυτοκίνητα, καυσαέρια. Ένα μηχανάκι βγαίνει από ένα στενό και η κοπελιά που κάθεται συνεπιβάτης με κοιτάζει με περίεργο βλέμμα. Ίσως να μην της αρέσει η μπλε μεταλλική βερμούδα μου. Μερικοί άνθρωποι δεν έχουν γούστο.

Αποφασίζω να ανέβω αυτό το δρομάκι και σύντομα προσπερνώ μια παρέα που είναι ντυμένοι με σκούφους, μπουφάν και κασκόλ και με κοιτάζουν και γελάν. Ουφ, εσείς είσαστε 70 και εγώ 25!

Ανηφοριά δίπλα σε ένα ρέμα, σκυλιά με υποδέχονται σε κάθε αυλή που περνάω. Πολύ ανηφοριά, λες να φταίει πως μπροστά μου είναι το βουνό; Τί κάνω εδώ; Αλλά συνεχίζω. Ο αέρας καθαρός, η φύση γύρω μου… Βγαίνω στον κεντρικό δρόμο και φτάνω στο χωριό Άλλη Μεριά. Δεν πάω πιο πάνω, ανεβαίνω εδώ και ώρα, ο ρυθμός μου έχει πέσει και οι οδηγοί που με προσπερνάνε με κοιτάζουν με περίεργο ύφος. Στην κάθοδο αλλάζω δρόμο και βλέπω απέναντι στη πλαγιά ένα χωματόδρομο. Εκεί θα πάω! 2 λεπτά αργότερα βρήκα ένα γεφυράκι και το περνάω για να βγω μέσα στο δάσος σε ένα στενό χωματόδρομο.

Εδώ το τοπίο αλλάζει. Δέντρα αριστερά, δέντρα και μελίσσια δεξιά. Ανηφορίζει ακόμα αλλά δεν με ενδιαφέρει καθόλου. Νιώθω σαν να ξεκίνησα μόλις να τρέχω! Τότε μπαίνει αυτό το τραγούδι. Πόσο ντρέπομαι που μου αρέσει ακόμα. Έτσι καταρρέουν τα heavy metal προσωπεία!

Αλλά εγώ δεν “περίμενα κανένα ήρωα”. Άλογα! Μπροστά μου είναι δύο άλογα που βοσκάνε! Με κοιτάζουν με πλάγιο βλέμμα και δείχνουν ελαφρώς ανήσυχα. Αυτή η βερμούδα δεν αρέσει σε κανέναν.

Η Bonnie Tyler φεύγει, ο Chris Cornell έρχεται και τραγουδάω μαζί του με ότι ανάσα έχω:

I’ve seen angels fall from blinding heights

But you yourself are nothing so divine

Just next in line

Τα άλογα πέρασαν και έφυγαν, ο δρόμος μου γεμάτος μελίσσια, τα πόδια μου να σηκώνουν σκόνη στο χωματόδρομο και σταθερά να ανεβαίνω.

Φτάνω αισίως τα 4 χιλιόμετρα και δεν έχω ιδέα που βρίσκομαι αλλά η θέα είναι μοναδική!

IMG_1619

Ο Βόλος από κάτω, το Πήλιο από πάνω και εγώ στη μέση να ιδρώνω αποβάλλοντας όλες τις καθημερινές βλακείες από πάνω μου χωρίς να ξέρω που βρίσκομαι.

Ώρα για Old Time Rock ‘n’ Roll!

Δεν ξέρω τί νομίζετε αλλά ο Tom Cruise δεν ήρθε στο μυαλό μου καθόλου.

Η ώρα της επιστροφής. Ο ήλιος έχει πέσει, το κρύο δυναμώνει μαζί με τον αέρα και εγώ είμαι ιδρωμένος και 4 χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι των φίλων. Να μην πω για τη κατηφόρα που ποτέ δεν μου άρεσε γιατί ταλαιπωρεί τα γόνατά μου. Είμαι σε υψόμετρο 149 μέτρων μισή ώρα αφού ξεκίνησα και νιώθω φρέσκος και έτοιμος για πολλά χιλιόμετρα ακόμα!

Enter «Enter Sandman»

Με τέτοια τραγούδια πως να μη νιώθω σαν να θέλω να τρέξω πιο γρήγορα! Αλλά η κάθοδος είναι μια πραγματικότητα και το σημαντικότερο είναι πως πρέπει να βρω το δρόμο να γυρίσω γιατί δεν είμαι σε γνώριμο σημείο. Μάλλον πρέπει να πάω αριστερά. Βρίσκω ένα μικρό δρόμο και έφυγα.

Blondie – Call me.

Οφείλω να ομολογήσω πως αυτό το playlist είναι λίγο «ανάμικτο» αλλά τη δουλειά του τη κάνει.

Αν κρίνω από αυτό που βλέπω μπροστά μου μάλλον βρήκα το δρόμο μου.

IMG_1622

Να και ο Άλεξ στα 5,90χλμ!

Γνώριμοι δρόμοι πλέον και τα χιλιόμετρα λιγοστεύουν. Ήλιο δεν έχει καθόλου, ο αέρας ξουρίζει το ελαφρώς καραφλό κεφάλι μου που στάζει από ιδρώτα και να που βγαίνουν τα αστέρια πάνω από το Πήλιο.

IMG_1624

Δεν θα μπορούσα να ζητήσω πιο ταιριαστό τραγούδι!

Στρίβω σε άγνωστο δρόμο εκτός πορείας για να κάνω μερικά χιλιόμετρα παραπάνω και ένα σκυλί με συνοδεύει για αρκετά μέτρα μέσα από το φράχτη του σπιτιού του. Γαβγίζει συνεχώς και υποθέτω πως μου λέει “μη τολμήσεις να κατουρήσεις σε αυτές τις γωνίες, μη τολμήσεις είναι δικές μου”. Δικές σου φίλε, εγώ σήμερα τρέχω και είμαι έτοιμος για άλλα 8 χιλιόμετρα.

Τελευταία στροφή και μπαίνει κάτι πιο γρήγορο για να ξυπνήσουμε λίγο. Χωρίς αμφιβολία σήμερα νιώθω πως τα μισά μου χρόνια έχουν πέσει από τη πλάτη μου και είμαι πάλι 30 χρονών  😉

Ένας δρόμος έχει μείνει, 500 μέτρα και ο αέρας λυσσομανάει και νιώθω τη (μικρή) καράφλα μου επικίνδυνα κρύα. Τότε μπαίνει αυτό το τραγούδι και όποιος μου πει πως η κιθάρα του δεν σε συνεπαίρνει τότε δεν έχει rock στο αίμα του.

Ξεσπάω σε ένα sprint σαν να με κυνηγά κάποιος και προσπερνάω μια κατατρομαγμένη κοπελιά που θα είδε τον ξεβράκωτο με τα καλώδια στα αυτιά να τρέχει σαν τρελός και, όταν πέρασα, σίγουρα θα ευχαρίστησε την τύχη της!

Φτάνω στη πόρτα του σπιτιού και είναι κλειδωμένη! Μια ώρα έλειψα και αμέσως κλείδωσαν Να το πάρω σαν μήνυμα;

Αυτή είναι η διαδρομή.

ΥΓ: Μπορώ να τρέξω άλλα 8χλμ για πλάκα!

Ο θείος μου ο Αρίσταρχος – My uncle Aristarhos

(for the English translation scroll down)

Το θυμάμαι σαν σήμερα. Πριν αρκετά χρόνια είχαμε πάει όλη η οικογένεια στο σπίτι του θείου μου του Αρίσταρχου για Πάσχα. Ήταν το εξοχικό τους αλλά τότε, σαν παιδιά, δεν είχαμε πρόβλημα να κοιμηθούμε στρωματσάδα στο δωμάτιο των ξαδέρφων μας. Διασκεδάζαμε πάρα πολύ με τέτοιες καταστάσεις. Μαζί μου, εκτός από το συνηθισμένο συρφετό παιχνιδιών, είχα πάρει και το ποδήλατό μου. Ήταν καινούργιο, με γυαλιστερές ακτίνες και κατάμαυρα λάστιχα, το είχα καβαλήσει ελάχιστα και δεν κρατιόμουν να κάνω πολλές βόλτες στο χωριό.

Όταν φτάσαμε με το αυτοκίνητο φορτωμένο μέχρι την οροφή, μαζί και το σκυλί, το πρώτο πράγμα που κατέβασα ήταν το ποδήλατο και άρχισα να εξηγώ τα “φανταστικά” χαρακτηριστικά του ποδηλάτου στα ξαδέρφια μου, τα οποία ήταν μεγαλύτερα και με κοιτούσανε με ένα βλέμμα ελαφριάς βαρεμάρας. Ήταν από τα πρώτα που είχαν τέσσερις ταχύτητες και ήμουν πολύ περήφανος.

Μέχρι το απόγευμα είχα κάνει πολλές βόλτες και ήμουν ευχαριστημένος, μέχρι που μπροστά στο σπίτι, σε μια στραβοπεταλιά, βγήκε η αλυσίδα. Ο πατέρας μου είχε πάει στη πόλη και έτσι δεν μπορούσε να τη φτιάξει οπότε έπρεπε να περιμένω να γυρίσει, αλλά δεν είχα πρόβλημα. Το πήρα λοιπόν και με τα πόδια ξεκίνησα να το πάω στο σπίτι.

Τότε με είδε ο θείος μου ο Αρίσταρχος ο οποίος πάντα περηφανευόταν για τις ικανότητές του με τα εργαλεία, αν και η θεία μου, όταν άκουγε αυτές τις ιστορίες, κουνούσε το κεφάλι της με νόημα και είπε:

“Τί έπαθε το ποδήλατο;”

“Έφυγε η αλυσίδα θείε.”

“Κάτσε να το φτιάξουμε!”

“Μη κουράζεσαι θείε, θα έρθει ο μπαμπάς μου και θα το φτιάξει πολύ γρήγορα. Είναι καλός σε αυτά.”

“Γιατί να τον περιμένουμε; Δεν είναι δύσκολο να το φτιάξουμε, σε δύο λεπτά θα είναι έτοιμο! Άσε που ο πατέρας σου είναι μαστροχαλαστής. Μάλλον ζημιά θα κάνει”.

Ο θείος τα έφτιαχνε όλα μέσα σε “δύο λεπτά” και αμέσως πλησίασε και άρχισε να κοιτάζει το ποδήλατο. Του σήκωσε τη μπρος ρόδα, του σήκωσε την πίσω, το κούνησε δυνατά αριστερά δεξιά και αποφάνθηκε πως η μπροστινή ρόδα “έπαιζε” λίγο. Ήμουν έτοιμος να του πω πως δεν είχα πρόβλημα μέχρι τώρα αλλά τελικά δεν είπα τίποτα. Οι γονείς μου μου είχαν μάθει να σέβομαι τους μεγαλύτερους όταν αυτοί έχουν άποψη. Εν τω μεταξύ ο θείος είχε δει και την αλυσίδα που βγήκε από τα πίσω γρανάζια και απεφάνθη πως αυτό θα συνεχίσει να συμβαίνει αν δεν φτιάξουμε και τις ταχύτητες.

Εδώ οφείλω να αναφέρω πως ο θείος μου ήταν υπέρβαρος και με αρκετά μεγάλη κοιλιά για την οποία ήταν περήφανος, την έδειχνε όσο πιο συχνά μπορούσε, τη χάιδευε σαν να ήταν έγκυος και όταν γελούσε αυτή ανεβοκατέβαινε αρκετά επικίνδυνα. Ήμουν σίγουρος πως αν ήταν κάποιος κάτω από τη κοιλιά του όταν αυτός γελούσε είχε σίγουρη τη διάσειση.

Αυτός λοιπόν ο ευτραφής κύριος έκατσε στο χωματόδρομο για να δει τον μπροστινό τροχό που “έπαιζε”. Αμέσως αναφώνησε πως ήξερε τί φταίει και πως θα του έπαιρνε δύο λεπτά να το διορθώσει. Φώναξε το γιό του τον Πέτρο να του φέρει το κλειδί και μετά έστειλε από πίσω του τη κόρη του την Έλενα να του πει να μη φέρει αυτό το κλειδί αλλά ένα άλλο. Ζήτησε από τη γυναίκα του να του φέρει ένα πανί να σκουπίσει τον ιδρώτα από το μέτωπό του και να του ανάψει ένα τσιγάρο γιατί δεν είχε ελεύθερο χέρι και όταν γλίστρησε το κλειδί από το χέρι του και χτύπησε το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού άρχισε να βρίζει με λέξεις που δεν είχα ξανακούσει.

Η θεία μου βγήκε από τη κουζίνα προκειμένου να τον σταματήσει μιας και “έχουμε μικρά παιδιά” και αυτός βρίζοντας χαμηλόφωνα συνέχισε τις προσπάθειες να λύσει το μπροστινό λάστιχο.

Με τα πολλά το κατάφερε και καθώς έβγαζε τη ρόδα από το πιρούνι καμιά δεκαριά μικρές σιδερένιες μπαλίτσες άρχισαν να πέφτουν και να κυλούν προς όλες τις κατευθύνσεις.

“Πιάσ’ τες αμέσως,” φώναξε, “τις χρειαζόμαστε!” Και οι δύο πέσαμε αμέσως στα τέσσερα και μαζεύαμε μπίλιες από το χώμα. Όταν τις μαζέψαμε όλες ο θείος αναφώνησε πως το πρόβλημα ήταν προφανές και πως τα ρουλεμάν ήθελαν λάδι. Ξαναφώναξε το γιο του να του φέρει το λαδωτήρι και ξαναέστειλε τη κόρη του από πίσω για να του πει να φέρει το μικρό λαδωτήρι. Μου ζήτησε να κρατήσω τον τροχό στη θέση του και είπε στην Έλενα, που εν τω μεταξύ είχε επιστρέψει, να τον κρατήσει από την άλλη μεριά γιατί “μπορεί να του γλιστρήσει του μικρού”. Πήρε το λαδωτήρι από τον Πέτρο και έφερε με προσοχή το μικρό στόμιο πάνω από το σημείο που ήταν οι μπίλιες που μαζέψαμε, πάτησε το λεβιέ και έφυγε το καπάκι με αποτέλεσμα όλο το λάδι να χυθεί πάνω στη πεντακάθαρη ζάντα μου και στο χώμα.

Ο θείος άρχισε να βρίζει και ξανά η θεία μου βγήκε έξω από τη κουζίνα και του “έβαλε χέρι”. Ο θείος, βλέποντας πως είμαι στα όρια των δακρύων, μου είπε να μην ανησυχώ και πως σε δύο λεπτά θα το φτιάχναμε και έστειλε το γιο του να φέρει τη μάνικα του νερού για να πλύνουμε τη ρόδα και τη κόρη του να φέρει ένα πατσαβούρι. Η μάνικα ήρθε αλλά δεν είχε νερό οπότε ο θείος ξαναέστειλε το Πέτρο, μαζί με αρκετές βρισιές, να ανοίξει τη βάνα. Όταν ο Πέτρος καθυστέρησε ο θείος θύμωσε και άρχισε να αναρωτιέται αν πρέπει να τα κάνει όλα μόνος του. Στο θυμό του είχε πάψει να σημαδεύει σωστά με το λάστιχο και όταν ήρθε το νερό, αντί να βρέξει τη ρόδα, έβρεξε εμένα και μου έπεσε ο τροχός. Το αποτέλεσμα ήταν πως οι μπίλιες ξαναβγήκαν έξω από τη ρόδα και ξαναβρεθήκαμε στα τέσσερα να μαζεύουμε μπίλιες μέσα στη λάσπη.

Ο θείος πλέον ξεφύσαγε αρκετά και η ιδρωμένη κοιλιά του είχε φανεί κάτω από το κοντομάνικό του. Ξαναφώναξε στον Πέτρο να κλείσει τη μάνικα για να μη πλημμυρίσουμε και μετά του ζήτησε να τη ξανανοίξει για να πλύνει τις μπίλιες που ήταν γεμάτες λάσπη. Με το πατσαβούρι άρχισε να σκουπίζει τη ζάντα από τα λάδια αλλά απλώς τα άπλωνε και τα ανακάτευε με λάσπη. Με τα πολλά έβαλε τη ρόδα στη θέση της και καταπιάστηκε με τον πίσω τροχό και την αλυσίδα που ήταν το αρχικό πρόβλημα.

Έστειλε τον Πέτρο να φέρει το σωστό κλειδί αυτή τη φορά αλλιώς θα του “έσπαγε το κεφάλι”, και την Έλενα να ζητήσει από τη σύζυγο να του φτιάξει ένα φραπέ, μιας και δεν μπορεί να τα κάνει όλα μόνος του και μετά με διαβεβαίωσε πως θα είμαστε έτοιμοι σε 2 λεπτά.

Έλυσε τον τροχό, άφησε τα γρανάζια των ταχυτήτων στο έδαφος και άρχισε να κοιτάζει με ενδιαφέρον την αλυσίδα μονολογώντας πως δεν έβλεπε που ήταν το πρόβλημα και πως δεν θα έπρεπε να βγαίνει συνέχεια. Όταν του είπα πως δεν έβγαινε συνέχεια, μου είπε πολύ ευγενικά πως δεν ξέρω εγώ, καλύτερα είναι να αφήσω ένα μεγάλο να λύσει το πρόβλημα και έστειλε τη κόρη του να του φέρει το σταυροκατσάβιδο. Μετά από αρκετές προσπάθειες και πολύ βρισίδι, ο τροχός ήταν στη θέση του, τα γρανάζια όπως έπρεπε, η αλυσίδα τεντωμένη και ο θείος γεμάτος ιδρώτα, λάσπες, λάδια και με ένα χαμόγελο στο στόμα. Με ενημέρωσε πως το ποδήλατο ήταν πλέον σαν καινούργιο, πως δεν καταλάβαινε γιατί κάνει ο πατέρας μου τέτοια φασαρία για ένα τόσο μικρό ζήτημα, και πως χάρις σε αυτόν θα μπορούσα να κάνω ποδήλατο συνέχεια χωρίς μικροπροβλήματα.

Ανέβηκα στο ποδήλατό μου που ήταν πλέον γεμάτο λάσπες και λάδια, ακόμα και στα χερούλια, και άρχισα τις πεταλιές. Ο μπροστινός τροχός έτριζε και δεν μπορούσα να αλλάξω ταχύτητες, αλλά ο θείος μου στεκόταν και το θαύμαζε σαν να είναι ένα νέο μωρό και γύρισε και έφυγε ικανοποιημένος με το φραπέ στο χέρι προς το σπίτι λέγοντας πως αν τον χρειαζόμουν για τίποτα άλλο να μη ντρεπόμουν να το ζητήσω.

Όταν ήρθε ο πατέρας μου, του είπα τί έγινε και αφού είδε το ποδήλατο μου είπε να μη στενοχωριέμαι. Την επόμενη ημέρα με πήγε στη πόλη και αγοράσαμε καινούργιο, όμοιο με το παλιό. Ήμουν πολύ χαρούμενος.

English Translation

I remember it as if it were today. Many years ago the whole family had gone to celebrate Easter at my uncle’s Aristarho’s home. It was his vacation home so it wasn’t all that roomy, but for us kids it wasn’t much of a problem to sleep on a mattress on the floor. We had lots of fun in situations like this. Apart from the regular boxes of toys I always brought with me, this time I had my brand new bike. It was shiny, the spokes were clean the tires black and I couldn’t wait to try it.

As soon as we arrived, the first thing I took out of the packed car was my bike and I started explaining the “fantastic” features it had to my cousins who were a bit older and were watching me with a look of slight boredom. My bike was one of the first ones that had gears and I was very proud.

Before the evening was over I had ridden it a lot and was very pleased until, in front of the house, I pushed the pedal a bit too hard and the chain came off. My father had gone to town and so he couldn’t fix it. I had to wait but that was no problem. So, I walked the bike back to the house.

That’s when my uncle Aristarhos saw me. He was always bragging about how good he was with his tools, but my aunt when she heard this, she would always roll her eyes upward in exasperation.

“What happened to the bike?”

“The chain came of uncle.”

“Let’s fix it.”

“No, don’t bother. My dad will come from town and he’ll fix it quick. He’s good at this sort of thing.”

“Why wait for your dad? It’s not difficult to fix this, in two minutes it’ll be ready? Not to mention that your father is a bit of a clutch and he’ll probably create more problems than he’ll fix.”

My uncle would fix anything in “two minutes” so he immediately started looking at the bike. He lifted the front wheel, he lifted the rear wheel, he shook the bike with force left and right and came to the conclusion that the front wheel was “a bit loose”. I was ready to tell him that I had no problem till now but restrained my self. My parents raised me to respect the opinions of my elders. In the meantime my uncle saw the chain that was off the sprocket and said in a serious tone that this would keep happening unless we fixed it.

I must inform you that my uncle was a rather heavy guy with a gut that hang under his t-shirt and for which he was very proud, would show off as often as possible, would caress as if he was pregnant and when he laughed it moved up and down. I was certain that if anyone was under that gut while he was laughing, he would most certainly suffer a concussion.

So, this rather heavy set man, sat down on the dust to have a look at the front wheel that was “a bit loose”. Immediately he said that he knew what the problem was and it would take him two minutes to correct. He called his son Petros to bring him a wrench, and then sent his daughter Helen after him to tell him to bring the small wrench. He asked his wife to bring him a towel to wipe the sweat from his forehead and to light him a cigarette because he had no free hands and when the wrench slipped from his hand and hit his toe he started cursing in words I had never heard before.

My aunt came out of the kitchen and told him to stop since “there are kids around” and my uncle still cursing under his breath renewed his efforts to get the front wheel off.

After many tries he finally succeeded and as the wheel was coming off about 10 small metal balls fell and started rolling in all directions.

“Catch them now!” he yelled, “we need them”. We both went on all fours and started picking balls from the dust. When we gathered them all, my uncle said that the problem was obvious and that the ball bearings needed oil. He called to his son to bring him the oil can and send his daughter after him to tell him to bring the small oil can. I was asked to hold the wheel in place and then asked his daughter to help me because “the young one will drop it”. He took the oil can from Petros, carefully aimed the nozzle at the ball bearings, pressed the lever down, the cap fell off and all the oil was spilled on my spotless wheel rim and the ground. My uncle seeing that I was in the verge of tears said that he would fix this in two minutes and sent his son to get the hose to wash the wheel while his daughter went to get a towel. The hose came but there was no water so he sent his son again, along with several bad words, to turn on the water. In his anger that he couldn’t get proper help, instead of aiming the water on the wheel that I was holding he aimed it at me and I dropped it. The balls came out of the wheel again and we had to fall on all fours again and pick them from the mud.

My uncle was wheezing by this point and his sweaty belly was clearly visible under his shirt. He called again at Petros and told him to turn off the water unless he wanted to drown them and then sent him to turn it on again to wash the mud from the metal balls. With the towel he started whipping the oil from the rim but all he was doing was smearing it along with mud. After several minutes he finally managed to get the wheel in place and settled on fixing the rear wheel and the chain which was the original problem.

He sent Petros to get the “proper wrench or he would break his head” and asked Helen, to ask his wife to make him a coffee since he couldn’t possible do everything alone and then he assured me that we would be ready in two minutes.

He took the wheel off, left the sprockets on the dust and started looking intently at the chain not being able to figure out what the problem was and why it was coming off all the time. When I explained that it was not coming off all the time, he politely said that I should leave these matters to the grown-ups who knew better and sent his daughter to get him the screwdriver. After many tries and lots of cursing, during which my aunt came out twice and told him to stop it or he would be hit on the head with a pan, the wheel was in place, the chain in the sprockets tight and my uncle was covered in oil, mud and sweat but had a broad smile on his face. He informed me that the bike was as good as new and he couldn’t understand why everybody made such a big fuss about it. Thanks to him I could keep on riding and not have to wait for my father to return.

I climbed on the bike which was covered with oil and mud, even on the handlebars,  and started pedaling. The front wheel was creaking and I couldn’t change gears any more, but my uncle was standing with his coffee in his hand admiring the bike as if it was his new baby and left telling me that if I needed anything else I should not hesitate to tell him.

When my father came, I told him what happened, and after he saw the bike he told me not to worry. The next day we went to town and bought a brand new one, exactly the same as the old one. I was very happy!