Ο θείος μου ο Αρίσταρχος – My uncle Aristarhos


(for the English translation scroll down)

Το θυμάμαι σαν σήμερα. Πριν αρκετά χρόνια είχαμε πάει όλη η οικογένεια στο σπίτι του θείου μου του Αρίσταρχου για Πάσχα. Ήταν το εξοχικό τους αλλά τότε, σαν παιδιά, δεν είχαμε πρόβλημα να κοιμηθούμε στρωματσάδα στο δωμάτιο των ξαδέρφων μας. Διασκεδάζαμε πάρα πολύ με τέτοιες καταστάσεις. Μαζί μου, εκτός από το συνηθισμένο συρφετό παιχνιδιών, είχα πάρει και το ποδήλατό μου. Ήταν καινούργιο, με γυαλιστερές ακτίνες και κατάμαυρα λάστιχα, το είχα καβαλήσει ελάχιστα και δεν κρατιόμουν να κάνω πολλές βόλτες στο χωριό.

Όταν φτάσαμε με το αυτοκίνητο φορτωμένο μέχρι την οροφή, μαζί και το σκυλί, το πρώτο πράγμα που κατέβασα ήταν το ποδήλατο και άρχισα να εξηγώ τα “φανταστικά” χαρακτηριστικά του ποδηλάτου στα ξαδέρφια μου, τα οποία ήταν μεγαλύτερα και με κοιτούσανε με ένα βλέμμα ελαφριάς βαρεμάρας. Ήταν από τα πρώτα που είχαν τέσσερις ταχύτητες και ήμουν πολύ περήφανος.

Μέχρι το απόγευμα είχα κάνει πολλές βόλτες και ήμουν ευχαριστημένος, μέχρι που μπροστά στο σπίτι, σε μια στραβοπεταλιά, βγήκε η αλυσίδα. Ο πατέρας μου είχε πάει στη πόλη και έτσι δεν μπορούσε να τη φτιάξει οπότε έπρεπε να περιμένω να γυρίσει, αλλά δεν είχα πρόβλημα. Το πήρα λοιπόν και με τα πόδια ξεκίνησα να το πάω στο σπίτι.

Τότε με είδε ο θείος μου ο Αρίσταρχος ο οποίος πάντα περηφανευόταν για τις ικανότητές του με τα εργαλεία, αν και η θεία μου, όταν άκουγε αυτές τις ιστορίες, κουνούσε το κεφάλι της με νόημα και είπε:

“Τί έπαθε το ποδήλατο;”

“Έφυγε η αλυσίδα θείε.”

“Κάτσε να το φτιάξουμε!”

“Μη κουράζεσαι θείε, θα έρθει ο μπαμπάς μου και θα το φτιάξει πολύ γρήγορα. Είναι καλός σε αυτά.”

“Γιατί να τον περιμένουμε; Δεν είναι δύσκολο να το φτιάξουμε, σε δύο λεπτά θα είναι έτοιμο! Άσε που ο πατέρας σου είναι μαστροχαλαστής. Μάλλον ζημιά θα κάνει”.

Ο θείος τα έφτιαχνε όλα μέσα σε “δύο λεπτά” και αμέσως πλησίασε και άρχισε να κοιτάζει το ποδήλατο. Του σήκωσε τη μπρος ρόδα, του σήκωσε την πίσω, το κούνησε δυνατά αριστερά δεξιά και αποφάνθηκε πως η μπροστινή ρόδα “έπαιζε” λίγο. Ήμουν έτοιμος να του πω πως δεν είχα πρόβλημα μέχρι τώρα αλλά τελικά δεν είπα τίποτα. Οι γονείς μου μου είχαν μάθει να σέβομαι τους μεγαλύτερους όταν αυτοί έχουν άποψη. Εν τω μεταξύ ο θείος είχε δει και την αλυσίδα που βγήκε από τα πίσω γρανάζια και απεφάνθη πως αυτό θα συνεχίσει να συμβαίνει αν δεν φτιάξουμε και τις ταχύτητες.

Εδώ οφείλω να αναφέρω πως ο θείος μου ήταν υπέρβαρος και με αρκετά μεγάλη κοιλιά για την οποία ήταν περήφανος, την έδειχνε όσο πιο συχνά μπορούσε, τη χάιδευε σαν να ήταν έγκυος και όταν γελούσε αυτή ανεβοκατέβαινε αρκετά επικίνδυνα. Ήμουν σίγουρος πως αν ήταν κάποιος κάτω από τη κοιλιά του όταν αυτός γελούσε είχε σίγουρη τη διάσειση.

Αυτός λοιπόν ο ευτραφής κύριος έκατσε στο χωματόδρομο για να δει τον μπροστινό τροχό που “έπαιζε”. Αμέσως αναφώνησε πως ήξερε τί φταίει και πως θα του έπαιρνε δύο λεπτά να το διορθώσει. Φώναξε το γιό του τον Πέτρο να του φέρει το κλειδί και μετά έστειλε από πίσω του τη κόρη του την Έλενα να του πει να μη φέρει αυτό το κλειδί αλλά ένα άλλο. Ζήτησε από τη γυναίκα του να του φέρει ένα πανί να σκουπίσει τον ιδρώτα από το μέτωπό του και να του ανάψει ένα τσιγάρο γιατί δεν είχε ελεύθερο χέρι και όταν γλίστρησε το κλειδί από το χέρι του και χτύπησε το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού άρχισε να βρίζει με λέξεις που δεν είχα ξανακούσει.

Η θεία μου βγήκε από τη κουζίνα προκειμένου να τον σταματήσει μιας και “έχουμε μικρά παιδιά” και αυτός βρίζοντας χαμηλόφωνα συνέχισε τις προσπάθειες να λύσει το μπροστινό λάστιχο.

Με τα πολλά το κατάφερε και καθώς έβγαζε τη ρόδα από το πιρούνι καμιά δεκαριά μικρές σιδερένιες μπαλίτσες άρχισαν να πέφτουν και να κυλούν προς όλες τις κατευθύνσεις.

“Πιάσ’ τες αμέσως,” φώναξε, “τις χρειαζόμαστε!” Και οι δύο πέσαμε αμέσως στα τέσσερα και μαζεύαμε μπίλιες από το χώμα. Όταν τις μαζέψαμε όλες ο θείος αναφώνησε πως το πρόβλημα ήταν προφανές και πως τα ρουλεμάν ήθελαν λάδι. Ξαναφώναξε το γιο του να του φέρει το λαδωτήρι και ξαναέστειλε τη κόρη του από πίσω για να του πει να φέρει το μικρό λαδωτήρι. Μου ζήτησε να κρατήσω τον τροχό στη θέση του και είπε στην Έλενα, που εν τω μεταξύ είχε επιστρέψει, να τον κρατήσει από την άλλη μεριά γιατί “μπορεί να του γλιστρήσει του μικρού”. Πήρε το λαδωτήρι από τον Πέτρο και έφερε με προσοχή το μικρό στόμιο πάνω από το σημείο που ήταν οι μπίλιες που μαζέψαμε, πάτησε το λεβιέ και έφυγε το καπάκι με αποτέλεσμα όλο το λάδι να χυθεί πάνω στη πεντακάθαρη ζάντα μου και στο χώμα.

Ο θείος άρχισε να βρίζει και ξανά η θεία μου βγήκε έξω από τη κουζίνα και του “έβαλε χέρι”. Ο θείος, βλέποντας πως είμαι στα όρια των δακρύων, μου είπε να μην ανησυχώ και πως σε δύο λεπτά θα το φτιάχναμε και έστειλε το γιο του να φέρει τη μάνικα του νερού για να πλύνουμε τη ρόδα και τη κόρη του να φέρει ένα πατσαβούρι. Η μάνικα ήρθε αλλά δεν είχε νερό οπότε ο θείος ξαναέστειλε το Πέτρο, μαζί με αρκετές βρισιές, να ανοίξει τη βάνα. Όταν ο Πέτρος καθυστέρησε ο θείος θύμωσε και άρχισε να αναρωτιέται αν πρέπει να τα κάνει όλα μόνος του. Στο θυμό του είχε πάψει να σημαδεύει σωστά με το λάστιχο και όταν ήρθε το νερό, αντί να βρέξει τη ρόδα, έβρεξε εμένα και μου έπεσε ο τροχός. Το αποτέλεσμα ήταν πως οι μπίλιες ξαναβγήκαν έξω από τη ρόδα και ξαναβρεθήκαμε στα τέσσερα να μαζεύουμε μπίλιες μέσα στη λάσπη.

Ο θείος πλέον ξεφύσαγε αρκετά και η ιδρωμένη κοιλιά του είχε φανεί κάτω από το κοντομάνικό του. Ξαναφώναξε στον Πέτρο να κλείσει τη μάνικα για να μη πλημμυρίσουμε και μετά του ζήτησε να τη ξανανοίξει για να πλύνει τις μπίλιες που ήταν γεμάτες λάσπη. Με το πατσαβούρι άρχισε να σκουπίζει τη ζάντα από τα λάδια αλλά απλώς τα άπλωνε και τα ανακάτευε με λάσπη. Με τα πολλά έβαλε τη ρόδα στη θέση της και καταπιάστηκε με τον πίσω τροχό και την αλυσίδα που ήταν το αρχικό πρόβλημα.

Έστειλε τον Πέτρο να φέρει το σωστό κλειδί αυτή τη φορά αλλιώς θα του “έσπαγε το κεφάλι”, και την Έλενα να ζητήσει από τη σύζυγο να του φτιάξει ένα φραπέ, μιας και δεν μπορεί να τα κάνει όλα μόνος του και μετά με διαβεβαίωσε πως θα είμαστε έτοιμοι σε 2 λεπτά.

Έλυσε τον τροχό, άφησε τα γρανάζια των ταχυτήτων στο έδαφος και άρχισε να κοιτάζει με ενδιαφέρον την αλυσίδα μονολογώντας πως δεν έβλεπε που ήταν το πρόβλημα και πως δεν θα έπρεπε να βγαίνει συνέχεια. Όταν του είπα πως δεν έβγαινε συνέχεια, μου είπε πολύ ευγενικά πως δεν ξέρω εγώ, καλύτερα είναι να αφήσω ένα μεγάλο να λύσει το πρόβλημα και έστειλε τη κόρη του να του φέρει το σταυροκατσάβιδο. Μετά από αρκετές προσπάθειες και πολύ βρισίδι, ο τροχός ήταν στη θέση του, τα γρανάζια όπως έπρεπε, η αλυσίδα τεντωμένη και ο θείος γεμάτος ιδρώτα, λάσπες, λάδια και με ένα χαμόγελο στο στόμα. Με ενημέρωσε πως το ποδήλατο ήταν πλέον σαν καινούργιο, πως δεν καταλάβαινε γιατί κάνει ο πατέρας μου τέτοια φασαρία για ένα τόσο μικρό ζήτημα, και πως χάρις σε αυτόν θα μπορούσα να κάνω ποδήλατο συνέχεια χωρίς μικροπροβλήματα.

Ανέβηκα στο ποδήλατό μου που ήταν πλέον γεμάτο λάσπες και λάδια, ακόμα και στα χερούλια, και άρχισα τις πεταλιές. Ο μπροστινός τροχός έτριζε και δεν μπορούσα να αλλάξω ταχύτητες, αλλά ο θείος μου στεκόταν και το θαύμαζε σαν να είναι ένα νέο μωρό και γύρισε και έφυγε ικανοποιημένος με το φραπέ στο χέρι προς το σπίτι λέγοντας πως αν τον χρειαζόμουν για τίποτα άλλο να μη ντρεπόμουν να το ζητήσω.

Όταν ήρθε ο πατέρας μου, του είπα τί έγινε και αφού είδε το ποδήλατο μου είπε να μη στενοχωριέμαι. Την επόμενη ημέρα με πήγε στη πόλη και αγοράσαμε καινούργιο, όμοιο με το παλιό. Ήμουν πολύ χαρούμενος.

English Translation

I remember it as if it were today. Many years ago the whole family had gone to celebrate Easter at my uncle’s Aristarho’s home. It was his vacation home so it wasn’t all that roomy, but for us kids it wasn’t much of a problem to sleep on a mattress on the floor. We had lots of fun in situations like this. Apart from the regular boxes of toys I always brought with me, this time I had my brand new bike. It was shiny, the spokes were clean the tires black and I couldn’t wait to try it.

As soon as we arrived, the first thing I took out of the packed car was my bike and I started explaining the “fantastic” features it had to my cousins who were a bit older and were watching me with a look of slight boredom. My bike was one of the first ones that had gears and I was very proud.

Before the evening was over I had ridden it a lot and was very pleased until, in front of the house, I pushed the pedal a bit too hard and the chain came off. My father had gone to town and so he couldn’t fix it. I had to wait but that was no problem. So, I walked the bike back to the house.

That’s when my uncle Aristarhos saw me. He was always bragging about how good he was with his tools, but my aunt when she heard this, she would always roll her eyes upward in exasperation.

“What happened to the bike?”

“The chain came of uncle.”

“Let’s fix it.”

“No, don’t bother. My dad will come from town and he’ll fix it quick. He’s good at this sort of thing.”

“Why wait for your dad? It’s not difficult to fix this, in two minutes it’ll be ready? Not to mention that your father is a bit of a clutch and he’ll probably create more problems than he’ll fix.”

My uncle would fix anything in “two minutes” so he immediately started looking at the bike. He lifted the front wheel, he lifted the rear wheel, he shook the bike with force left and right and came to the conclusion that the front wheel was “a bit loose”. I was ready to tell him that I had no problem till now but restrained my self. My parents raised me to respect the opinions of my elders. In the meantime my uncle saw the chain that was off the sprocket and said in a serious tone that this would keep happening unless we fixed it.

I must inform you that my uncle was a rather heavy guy with a gut that hang under his t-shirt and for which he was very proud, would show off as often as possible, would caress as if he was pregnant and when he laughed it moved up and down. I was certain that if anyone was under that gut while he was laughing, he would most certainly suffer a concussion.

So, this rather heavy set man, sat down on the dust to have a look at the front wheel that was “a bit loose”. Immediately he said that he knew what the problem was and it would take him two minutes to correct. He called his son Petros to bring him a wrench, and then sent his daughter Helen after him to tell him to bring the small wrench. He asked his wife to bring him a towel to wipe the sweat from his forehead and to light him a cigarette because he had no free hands and when the wrench slipped from his hand and hit his toe he started cursing in words I had never heard before.

My aunt came out of the kitchen and told him to stop since “there are kids around” and my uncle still cursing under his breath renewed his efforts to get the front wheel off.

After many tries he finally succeeded and as the wheel was coming off about 10 small metal balls fell and started rolling in all directions.

“Catch them now!” he yelled, “we need them”. We both went on all fours and started picking balls from the dust. When we gathered them all, my uncle said that the problem was obvious and that the ball bearings needed oil. He called to his son to bring him the oil can and send his daughter after him to tell him to bring the small oil can. I was asked to hold the wheel in place and then asked his daughter to help me because “the young one will drop it”. He took the oil can from Petros, carefully aimed the nozzle at the ball bearings, pressed the lever down, the cap fell off and all the oil was spilled on my spotless wheel rim and the ground. My uncle seeing that I was in the verge of tears said that he would fix this in two minutes and sent his son to get the hose to wash the wheel while his daughter went to get a towel. The hose came but there was no water so he sent his son again, along with several bad words, to turn on the water. In his anger that he couldn’t get proper help, instead of aiming the water on the wheel that I was holding he aimed it at me and I dropped it. The balls came out of the wheel again and we had to fall on all fours again and pick them from the mud.

My uncle was wheezing by this point and his sweaty belly was clearly visible under his shirt. He called again at Petros and told him to turn off the water unless he wanted to drown them and then sent him to turn it on again to wash the mud from the metal balls. With the towel he started whipping the oil from the rim but all he was doing was smearing it along with mud. After several minutes he finally managed to get the wheel in place and settled on fixing the rear wheel and the chain which was the original problem.

He sent Petros to get the “proper wrench or he would break his head” and asked Helen, to ask his wife to make him a coffee since he couldn’t possible do everything alone and then he assured me that we would be ready in two minutes.

He took the wheel off, left the sprockets on the dust and started looking intently at the chain not being able to figure out what the problem was and why it was coming off all the time. When I explained that it was not coming off all the time, he politely said that I should leave these matters to the grown-ups who knew better and sent his daughter to get him the screwdriver. After many tries and lots of cursing, during which my aunt came out twice and told him to stop it or he would be hit on the head with a pan, the wheel was in place, the chain in the sprockets tight and my uncle was covered in oil, mud and sweat but had a broad smile on his face. He informed me that the bike was as good as new and he couldn’t understand why everybody made such a big fuss about it. Thanks to him I could keep on riding and not have to wait for my father to return.

I climbed on the bike which was covered with oil and mud, even on the handlebars,  and started pedaling. The front wheel was creaking and I couldn’t change gears any more, but my uncle was standing with his coffee in his hand admiring the bike as if it was his new baby and left telling me that if I needed anything else I should not hesitate to tell him.

When my father came, I told him what happened, and after he saw the bike he told me not to worry. The next day we went to town and bought a brand new one, exactly the same as the old one. I was very happy!

Advertisements

Tagged: , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: